Τρίτη, 10 Ιουλίου 2012

«Ελευθεροτυπία» απεργιακή ή εργοδοτική;

Του Περικλή Κοροβέση

Η κρίση στα έντυπα ΜΜΕ δεν είναι ελληνική, είναι παγκόσμια. Την παρακμή του Τύπου μπορούμε να τη διαπιστώσουμε ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 και να τη δούμε να κορυφώνεται στις μέρες μας, χωρίς να μπορούμε να δούμε στον ορίζοντα κάποια σημάδια ανάκαμψης.


Την ίδια περίοδο έχουμε δύο κοσμοϊστορικά γεγονότα. Την εξαφάνιση του Ανατολικού Μπλοκ και την εξαέρωση του ρευστού κομμουνισμού, όπως επίσης την επανάσταση του υπαρκτού καπιταλισμού, που δίνει σχεδόν παγκοσμίως όλη την εξουσία στο 1% και μετατρέπει τους επαγγελματίες πολιτικούς σε εργολάβους του κεφαλαίου. Όλα αυτά δεν είναι άσχετα μεταξύ τους.

Για την κρίση του Τύπου έχουν γραφτεί πολλά. Άλλοι την αποδίδουν στον ανταγωνισμό των Free Press. Άλλοι στην τηλεόραση ή ακόμα στο Ίντερνετ. Αυτά όσο αφορά την πτώση της κυκλοφορίας τους. Η πτώση των κερδών αποδίδεται κυρίως στη μείωση των διαφημίσεων που ήταν βασικό έσοδο και που δεν μπόρεσε να αντικατασταθεί με τις προσφορές. Και μπαίνουμε σε ένα φαύλο κύκλο. Οι προσφορές κατά κανόνα στοιχίζουν πολύ παραπάνω απ’ όσο αυξάνουν τα έσοδα. Αλλά οι εκδότες ελπίζουν να ανεβάσουν την κυκλοφορία των φύλλων τους. Και αυτό με τη σειρά του, θα τους δώσει μεγαλύτερο κομμάτι από τη διαφημιστική πίτα, άρα και περισσότερα κέρδη.

Γιατί μειώνεται η κυκλοφορία των εντύπων

Μπορεί να ισχύουν όλα αυτά, αλλά δεν βρίσκω εδώ τη βασική αιτία της μείωσης της κυκλοφορίας των έντυπων ΜΜΕ. Πριν από την πτώση τής κυκλοφορίας τους είχε προηγηθεί η πτώση της αξιοπιστίας τους. Κατά κανόνα, αυτό που λέμε μεγάλος καθημερινός Τύπος ανήκει σε επιχειρηματικούς ομίλους που έχουν δραστηριότητα και σε άλλους τομείς. Ο Αλαφούζος της «Καθημερινής» είναι εφοπλιστής. Ο Μπόμπολας του «Έθνους» είναι υπεργολάβος δημοσίων έργων. Και ας σταματήσουμε ενδεικτικά εδώ και να μην προσχωρήσουμε στην τηλεόραση. Αναγκαστικά, λοιπόν, τα συμφέροντά τους είναι αυτά του υπαρκτού νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού και όχι αυτά των αναγνωστών. Και όταν κάποιος αγοράζει με τα λεφτουδάκια του μια εφημερίδα και βλέπει πως τον λοιδορεί, δεν έχει άλλη λύση από το να πάψει να την αγοράζει. Και έτσι, κατά την άποψή μου, χάνονται φύλλα.

Όλοι έχουμε διαπιστώσει πως και στις δυο προεκλογικές περιόδους σχεδόν το σύνολο των ΜΜΕ, είχαν την ίδια απολύτως γραμμή, χωρίς καμία παρέκκλιση. Και σε κανέναν δεν θα έκανε εντύπωση, αν κάτω από τον τίτλο της «Καθημερινής» του «Βήματος» ή του «Έθνους» έγραφε «Όργανο του ΔΝΤ και της ΕΕ τύπου Μέρκελ». Πιστεύω πως ο «Ριζοσπάστης» δεν θα είχε αντίρρηση να του κλέψουν την ιδέα. 
Μια εξαίρεση σε αυτήν την ανάποδη «κομμουνιστικοποίηση» ήταν η «Ελευθεροτυπία»: ήταν η μόνη μεγάλη καθημερινή εφημερίδα που σίγουρα έκοβε το αυγολέμονο αυτής της μιντιακής σούπας. Και γι’ αυτό την άφησαν να βουλιάξει στα δικά της προβλήματα. Και κατά την άποψή μου, αν ποτέ κυκλοφορήσει ξανά η εφημερίδα με νέο ιδιοκτησιακό καθεστώς, δεν θα είναι η ίδια εφημερίδα. Θα μπει και αυτή στο κλαμπ. Υπάρχει επενδυτής που θα πάει κόντρα στα συμφέροντά του;

Μπορεί να υπάρξει εναλλακτικός Τύπος;


Και όμως, υπάρχουν εφημερίδες που επιβίωσαν σε όλα τα μήκη και πλάτη του πλανήτη. Ήταν αυτές που σχημάτισαν ένα συνεταιρισμό, ενίοτε και με συνδυασμό κεφαλαίου, εξέλεξαν μια συντακτική επιτροπή, και αποφάσισαν πως η εφημερίδα τους θα είναι των αναγνωστών και όχι των συμφερόντων του αρπαχτικού καπιταλισμού. Κορυφαίο παράδειγμα αυτών των πειραμάτων είναι η «Μοντ Ντιπλοματίκ», που πουλάει περίπου 2,5 εκατ. φύλλα και μεταφράζεται σε 27 γλώσσες. Δεν δέχεται διαφήμιση, δεν έχει προσφορές και πουλάει αυτό που πρέπει να πουλήσει κάθε εφημερίδα που σέβεται τον εαυτό της: κείμενα, πληροφορίες, αναλύσεις. Δηλαδή κάνει τη γνώση προσιτή σε αυτούς που την χρειάζονται για να είναι υπεύθυνοι πολίτες. Και αυτοί οι αναγνώστες δεν χάνονται.

Πάνω από δύο δεκαετίες συντάκτης στην «Ελευθεροτυπία», όταν προ τριετίας είχε φανεί η κρίση της εφημερίδας, πρότεινα στη γενική συνέλευση των εργαζομένων αυτό το μοντέλο. Πρέπει να παραδεχτώ πως δεν με πήραν με τις πέτρες. Αλλά ήταν σαν να μιλούσα στον εαυτό μου. Πήρα τηλέφωνο τη διεύθυνση της εφημερίδας με σκοπό να προτείνω αυτή την ιδέα, αλλά τα αφεντικά δεν απάντησαν ποτέ. Υποθέτω στη βάση της αρχής «δεν είμαστε όλοι ίσιοι και όμοιοι». Και όταν άρχισε η καταστροφή της εφημερίδας από τον περασμένο Αύγουστο, ξαναμπήκε, από άλλη πλευρά, η ιδέα μιας εφημερίδας των εργαζομένων. Και κέρδισε την πλειοψηφία.
 
Πρώτο βήμα ήταν να εκδοθεί πειραματικά η «Ελευθεροτυπία» των απεργών. Και υπήρχαν δύο δρόμοι. Κατάληψη του κτηρίου και του τυπογραφείου, να χρησιμοποιηθεί ο τίτλος της εφημερίδας με μια προσθήκη που να δηλώνει σαφώς πως είναι η εφημερίδα των εργαζομένων. Αλλά υπήρχε ένα νομικό κώλυμα. Ο τίτλος δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί, οι συντάκτες δεν θα μπορούσαν να υπογράψουν τα άρθρα τους, γιατί αυτό θα σήμαινε απόλυση χωρίς αποζημίωση και το απεργιακό φύλλο δεν θα μπορούσε να έβγαινε σε τακτά χρονικά διαστήματα. Υπήρχαν, λοιπόν, δύο λύσεις. Μία πολιτική και μία νομική. Επιλέχτηκε η δεύτερη. Και οι συντάκτες της εφημερίδας έβγαλαν τα πρώτα δύο απεργιακά φύλλα.

Η συνεταιριστική ιδέα και η ιδιοκτησία

Στη συνέχεια αποφασίστηκε η δημιουργία συνεταιρισμού για την έκδοση νέας καθημερινής εφημερίδας με αρχικό κεφάλαιο τις συνεισφορές των μελών. Η συμμετοχή σε αυτό το εγχείρημα ήταν εθελοντική, όπως γίνεται με όλους τους συνεταιρισμούς. Και ενώ ο συνεταιρισμός προχωρούσε στη συγκρότησή του, είδαμε ξαφνικά στα περίπτερα την παλιά «Ελευθεροτυπία» με υπότιτλο «Απεργιακή έκδοση των εργαζομένων», που έπεισε τους αναγνώστες της εφημερίδας πώς όντως είναι απεργιακή. Και όλα τα νομικά κωλύματα που εμπόδισαν τη χρησιμοποίηση του τίτλου της εφημερίδας, τις υπογραφές των συντακτών και την τακτική έκδοση, πώς ξεπεράστηκαν;

Μπορούμε να κάνουμε δύο υποθέσεις. 
Η ιδιοκτησία αποφάσισε να προσχωρήσει στους απεργούς ή οι απεργοί προσχώρησαν στην ιδιοκτησία με την ελπίδα πως η εφημερίδα θα επιβιώσει. Ιδιοκτησία και εργαζόμενοι να απεργούν μαζί, είναι μια λύση που μόνο η ΔΗΜΑΡ θα μπορούσε να προτείνει. Μένει να μάθουμε εναντίον ποιου απεργούν.
Ο καθένας είναι ελεύθερος να κάνει τις επιλογές του. Αλλά ο Τσίπρας και άλλοι παράγοντες της Αριστεράς, γιατί έσπευσαν να επαινέσουν μια εφημερίδα που είναι ακόμα στα χέρια της ίδιας ιδιοκτησίας που έχει αφήσει απλήρωτο το προσωπικό της, εδώ και ένα χρόνο περίπου προκαλώντας τεράστια οικογενειακά δράματα. Ας ελπίσουμε ότι είναι κακή πληροφόρηση. Πάντως, καλό θα ήταν στο επιτελείο του Τσίπρα να προστεθεί και κάποιος νομικός, για να αποφευχθούν στο μέλλον τέτοια τραγικά λάθη. Όπως και να έχει το θέμα, το προσωπικό της «Ελευθεροτυπίας» είναι διασπασμένο. 
Και υπάρχει ακόμα και μια Τρίτη κατηγορία που είναι ουδέτερη.

Και η Αριστερά τι κάνει;

Πέρα από το πρόβλημα της «Ελευθεροτυπίας» υπάρχει ένα ακόμα μείζον θέμα που αφορά την όλη Αριστερά και ιδιαίτερα τον ΣΥΡΙΖΑ. Πώς επικοινωνεί με το 1.655.053 ανθρώπους που τον ψήφισαν; Αν προσθέσουμε τον αριθμό κυκλοφορίας όλων των εντύπων που εκδίδουν οι συνιστώσες του, ζήτημα είναι να φτάνουν τις δέκα χιλιάδες και αυτό μόνο κάθε Κυριακή. Αν υπολογίσουμε τώρα πως υπάρχουν άνθρωποι που αγοράζουν και την «Αυγή» και τον «Δρόμο» και την «Εποχή» ταυτόχρονα, τότε ο αριθμός μειώνεται. Η «Αυγή», η μόνη καθημερινή εφημερίδα της Αριστεράς, με την ιστορικότητα που διαθέτει, θα μπορούσε να ήταν μια μεγάλη καθημερινή εφημερίδα, αντίπαλο δέος, όλων των άλλων. 
Με τον Νίκο Φίλη, όταν είμαστε στο Μορφωτικό Ίδρυμα της ΕΣΗΕΑ, είχαμε κάνει πολλές συζητήσεις για το πώς η «Αυγή», αν είχε αξιοποιήσει το δυναμικό της Αριστεράς, θα μπορούσε άνετα να είχε ξεπεράσει το τότε καθημερινό «Βήμα». Αλλά δεν έγινε τίποτα. Και η «Αυγή» παραμένει, όσο αφορά τα κομματικά της, ένας λάιτ «Ριζοσπάστης» και όσο αφορά τα υπόλοιπα, θα μπορούσες να τα διαβάσεις οπουδήποτε αλλού. Να εξαιρέσω κάποια καλά άρθρα και αναλύσεις, όπως και κάποια ρεπορτάζ. Αλλά αυτά δεν φτάνουν. Μια εφημερίδα πρέπει να διαβάζεται όλη. Κυριολεκτικά να ξεκοκαλίζεται. Αλλά το θέμα είναι μεγάλο και θα επανέλθουμε.

Πηγή: Η εποχη 8/7/12

Δεν υπάρχουν σχόλια :