Δευτέρα, 23 Ιουλίου 2012

Το “Δόγμα της μη διαπραγμάτευσης» σε καινούργιες περιπέτειες.

Του Νίκου Κοτζιά
Η κυβέρνηση της «επαναδιαπραγμάτευσης» αρνείται να διαπραγματευτεί με βάση δύο επιχειρήματα. 
Σύμφωνα με το πρώτο,όταν η άλλη πλευρά δεν θέλει δεν μπορεί κανείς να διαπραγματευτεί.Η διαπραγμάτευση «δεν επιβάλλεται με το ζόρι».
Σύμφωνα με το δεύτερο, πρώτα κανείς εφαρμόζει με συνέπεια το πρόγραμμα της τρόικας και μετά το επαναδιαπραγματεύεται!

Τα επιχειρήματα αυτά είναι μια «καινούργια» παραλλαγή των όσων έλεγε η κυβέρνηση Παπανδρέου και οι υπουργοί οικονομικών της εδώ και δύο χρόνια. 

Τότε υποστήριζαν ότι όταν χρωστάς δεν διαπραγματεύεσαι. Βέβαια τους ξεγύμνωσαν δεξιοί ισπανοί και τεχνοκράτες ιταλοί που παρόλο που οι χώρες τους χρωστάνε τα πολλαπλάσια από ότι η Ελλάδα, σε ορισμένα σημεία ζωτικών τους συμφερόντων επέβαλλαν διαπραγματεύσεις. Τις επέβαλλαν όχι μόνο παρόλο που χρωστούσαν, αλλά και παρόλο «που η άλλη πλευρά δεν τις επιθυμούσε». Συχνά μου απαντάνε ορισμένοι φιλομνημονιακοί ότι αυτές οι δύο είναι μεγάλες χώρες. Αυτό είναι γεγονός. Όμως δεν αναιρεί το άλλο γεγονός ότι το πρόβλημα του Μνημονίου είναι για την Ελλάδα πολλαπλής σημασίας και ιστορικού βάρους από ότι τα επιμέρους μέτρα που διαπραγματεύονται οι δύο αυτές χώρες.

Το αν μπορείς να κάνεις με κάποιον διαπραγμάτευση που δεν το θέλει είναι και το ίδιο θέμα διαπραγμάτευσης.
Αν η τρόικα έχει την αίσθηση ότι αν αρνηθεί να διαπραγματευτεί δεν θα έχει κόστος, γιατί να διαπραγματευτεί αλλαγές που δεν θέλει; Για την επιμήκυνση δεν έχει πολλές αντιρρήσεις. Ίσα- ίσα, η επιτροπή ετοιμάζει έκθεση για την εφαρμογή και τις επιπτώσεις της. Το ίδιο συμβαίνει για ένα-δύο άλλα επιμέρους ζητήματα. Σε όλα τα άλλα ζητήματα για να μπει σε διαδικασία διαπραγμάτευσης η τρόικα θα πρέπει να γνωρίζει ότι θα έχει κόστος αν δεν διαπραγματευτεί. Όταν, όμως, ο υπουργός οικονομίας των βιομηχάνων και τραπεζιτών δηλώνει ότι αν οι τροϊκανοί δεν θέλουν να διαπραγματευτούν, τότε η ελληνική κυβέρνηση δεν πρόκειται να ζητήσει οτιδήποτε, τότε η τρόικα κάθε άλλο παρά αποκτά την αίσθηση ότι «η μη διαπραγμάτευση» θα έχει κόστος».

Ο ξένος παράγοντας γνωρίζει ότι ο κ. Στουρνάρας, όπως και ο κ. Παπαδήμος είναι από τους υποστηρικτές, αν όχι και συνδημιουργούς των Μνημονίων. Ότι, κατά συνέπεια, κάθε άλλο παρά επιθυμεί αλλαγές πέραν των προαναφερθέντων. Από κοινού, εκείνος και η τρόικα, βολεύονται με τις υπάρχουσες συμφωνίες. Εξάλλου και οι δύο πλευρές έχουν τις ίδιες ιδεοληψίες καθώς και συμφέροντα που εκπροσωπούν. Μήπως είναι τυχαίες οι προτροπές τραπεζιτών να μην γίνει επαναδιαπραγμάτευση; Ότι αυτή είναι σε βάρος των συμφερόντων τους που ασφαλώς είναι αντίθετα με εκείνα της χώρας; Ούτε τυχαίες είναι οι ευμενείς δηλώσεις του κ. Σόιμπλε για τον κ. Στουρνάρα, αφού γερμανικός λύκος δεν μπορούσε να κρύψει την χαρά του που η Ελλάδα έβαλε τέτοιον υπουργό να φυλάει τα πρόβατα.

Ακόμα χειρότερο είναι το επιχείρημα σύμφωνα με το οποίο, πρώτα «εφαρμόζουμε» το μνημόνιο και κατόπιν γίνεται επαναδιαπραγμάτευση. Επιχείρημα που αναιρεί ότι σωστό και κριτικό είχε ειπωθεί για το μνημόνιο από την ηγεσία της ΝΔ. Θυμίζω, ότι το «σλόγκαν» της επαναδιαπραγμάτευσης δεν προέκυψε ως κάποια παραξενιά στελεχών της ΝΔ, αλλά ως συμπέρασμα της εκτίμησης ότι το μνημόνιο οδηγεί στην χειρότερη ύφεση την Ελληνική οικονομία. Η επαναδιαπραγμάτευση δεν ήταν μεταφυσικός αυτοτελής στόχος που πρόκυψε από το πουθενά.

Εντέλει, λοιπόν, προκύπτουν τα απλά ερωτήματα:
Πώς θα εφαρμοστεί κάτι που οδηγεί σε ακόμα μεγαλύτερα προβλήματα;
Είναι η καλή μας εικόνα στους δανειστές σημαντικότερη από την σωτηρία της χώρας;
Την επαναδιαπραγμάτευση την ήθελαν για να προλάβουν την καταστροφή της χώρας ή ως ρύθμιση χειρισμού της κατάρρευσής της;

Δημοσιεύθηκε στα Επίκαιρα

Δεν υπάρχουν σχόλια :