Πέμπτη, 26 Ιουλίου 2012

Θερινή ραστώνη ή αριστερή αμηχανία;

Του Δημήτρη Μητρόπουλου.

Είναι λογικό ότι οι εκλογές αποτέλεσαν μια τεράστια «αποσυμπίεση» για το αντιμνημονιακό κίνημα. 
Δύο χρόνια κινητοποιήσεων, νέων κινημάτων (πχ Δεν Πληρώνω, Πλατείες), ξεσηκωμών, οργής και αγανάκτησης, κοινωνικής και ταξικής πόλωσης, έντονης πολιτικοποίησης.
Όλα αυτά εκφράστηκαν στον έναν ή στον άλλο βαθμό στις δύο εκλογικές αναμετρήσεις του καλοκαιριού. 
Και η κοινωνική και πολιτική αυτή ένταση, έδωσε την θέση της σε μια, ίσως αναγκαία, θερινή ραστώνη.

Μετά βέβαια τους πρώτους αναγκαίους απολογισμούς. Ειλικρινείς ή όχι.



Οι εκλογές αυτές άλλαξαν το πλαίσιο έτσι όπως υπήρχε εδώ και 2 χρόνια. Το ίδιο και οι πρώτες μέρες της νέας κυβέρνησης της ευθύνης, της αναδιαπραγμάτευσης και για να μην ξεχνιόμαστε των ΜΑΤ και της λιτότητας... Άλλαξαν όλα κι ας έχουμε ακόμα μνημόνιο και ας έρχεται ακόμα η Τρόικα στην Αθήνα. Άλλαξαν όλα, γι’ αυτό ίσως και η στάση των σχηματισμών και των κομμάτων της αριστεράς απέναντι στις αλλαγές αυτές, να μην υποδηλώνει θερινή ραστώνη, αλλά να οφείλεται στην αντιμνημονιακή αμηχανία.

 Καταρρίφθηκαν οι ανοησίες περί αναδιαπραγμάτευσης των συμβάσεων μέσα στα όργανα της Ε.Ε.. Ότι θα ακολουθήσουμε αντιμνημονιακό πρόγραμμα με μνημονιακά δάνεια. Με το που εκλέχτηκε η νέα κυβέρνηση. Η συγκέντρωση και συσπείρωση δυνάμεων απέναντι στο Μνημόνιο είναι σωστή. Λάθος και έγκλημα είναι να ταυτίζεται η ανατροπή του μνημονίου με την παραμονή της Ελλάδας στην ευρωζώνη. Και αυτά όχι μόνο γιατί ο Κουβέλης δεν είναι καλός διαπραγματευτής. Αλλά και επειδή ο Μόντι και ο Ραχόι που είναι, είναι για το καλό των αστικών τάξεων των χωρών τους αφού διαπραγματεύτηκαν με «επιχειρήματα» τα εξοντωτικά πακέτα λιτότητας ενάντια στον Ιταλικό και Ισπανικό λαό.
 Το ζήτημα ευρωζώνη και σχέσεις με την ακραία νεοφιλελεύθερη Ε.Ε. παραμένει ένα κορυφαίο πολιτικό ζήτημα για οποιονδήποτε θέλει να ψελίσει μια εναλλακτική πολιτική. Δεν είναι ένα ιδεολογικό ζήτημα που χωρίζει τους ευρωπαϊστές από τους αντιευρωπαϊστές. Και ευρωπαϊστής να είναι κάποιος αντιλαμβάνεται ότι αν δεν προχωρήσει η Ελλάδα σε μονομερείς ενέργειες ενάντια στους τοκογλύφους δανειστές και εναντίον στην νεοφιλελεύθερη αλλά και ιμπεριαλιστική-αποικιοκρατική Ε.Ε., δεν υπάρχει δρόμος ανάκαμψης και διαφορετικής πορείας. Το ότι δεν το κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ, που είναι αξιωματική αντιπολίτευση και θα όφειλε ώς δύναμη της ριζοσπαστικής αριστεράς, δείχνει μια τάση να αποφευχθεί η μετωπική σύγκρουση, όχι μόνον με την δυνάμεις εκτός χώρας, αλλά και με την αστική τάξη της Ελλάδας. Η αριστερά και κυρίως ο ΣΥΡΙΖΑ σαν αξιωματική αντιπολίτευση οφείλει να ζυμώσει και να παλέψει μέσα στον λαό ένα εναλλακτικό πρόγραμμα σωτηρίας του λαού και διεξόδου από την κρίση. Αν επιμείνει σε γενικόλογες διατυπώσεις και σε ανύπαρκτες δυνατότητες εντός ευρωζώνης και Ε.Ε., λίγα πράγματα μπορεί να κάνει (ως ελάχιστα). Το ότι η βασική του πολιτική αυτήν την στιγμή είναι η εγγραφή νέων μελών (αλήθεια πάνω σε ποιο πρόγραμμα;), δείχνει το μέγεθος αλλά και την πιθανή τραγωδία αυτής της αμηχανίας...

 Άλλαξαν όμως και οι όροι και το πλαίσιο της πολιτικής. Η τωρινή κυβέρνηση εκλέχτηκε για να εφαρμόσει το μνημόνιο με ολίγη διαπραγμάτευση. Ο ισχυρός άξονας του αντιμνημονιακού κινήματος που αφορούσε το ζήτημα της δημοκρατίας και την έλλειψη νομιμοποίησης της προηγούμενης κυβέρνησης να ψηφίζει αυτά που ψήφιζε, δεν υπάρχει. Τώρα και το πρόβλημα της λαϊκής κυριαρχίας και το πρόβλημα του κοινοβουλίου και το πρόβλημα της κατοχής, γενικά το πολιτειακό-πολιτικό ζήτημα μπαίνει σε διαφορετική φάση. Όχι γιατί δεν είμαστε υπό γερμανική «οικονομική και πολιτική» κατοχή. Αλλά γιατί αυτό θεσμοποιείται σιγά σιγά εντός Ε.Ε., αφορά όλο και περισσότερες χώρες που προσπαθούν να σωθούν από την Σκύλα των αγορών και πέφτουν στην γερμανική Χάρυβδη της ευρωεπιτροπείας των πακέτων λιτότητας, εργασιακής διάλυσης και εκποίησης περιουσίας. Αναγκαστικά οι δυνάμεις που σήκωσαν πολύ τους τόνους αποκλειστικά σε αυτά τα θέματα (πχ Μίκης, «αντιμνημονιακή λαϊκή» δεξιά, διάφοροι πρώην ΠΑΣΟΚ, περίεργες μεταμορφώσεις της πατριωτικής αριστεράς), βρίσκονται σε αμηχανία και επανεξετάζουν τον ρόλο τους. Απαιτούνται πιο ολοκληρωμένες και συγκεκριμένες απαντήσεις, πολιτικές και οικονομικές για την δυνατότητα μιας διαφορετικής πορείας διεξόδου από την κρίση.

 Σε αμηχανία βρίσκονται και εκείνες οι δυνάμεις που υπερθεματίζουν για την ανάπτυξη του λαϊκού και εργατικού κινήματος, αφαιρώντας του όμως κάθε σχέση και υπόσταση με την εξουσία και μια ενδεχόμενη (φιλολαϊκή) κυβερνητική διαχείριση. Η διετία της όξυνσης των κοινωνικών και πολιτικών αγώνων και ο τρόπος που έδωσαν την σκυτάλη τους στις δύο εκλογικές αναμετρήσεις, στην υποστήριξη της πρότασης για μια κυβέρνηση της αριστεράς, δεν αφήνει περιθώρια για επιστροφή στο προ των πλατειών κινηματικό ακτιβισμό. Η ερχόμενη φοροληστεία, οι απολύσεις στον δημόσιο τομέα, οι αποκρατικοποιήσεις, η κατάρρευση των ταμείων δεν θα αντιμετωπιστούν με τα γνωστά «ηρωικά» απεργιακά καλέσματα. Η πολιτική του ΚΚΕ που εκφράστηκε με το «δεν θα αλλάξει τίποτα όποια κυβέρνηση και να βγει, η λύση θα δοθεί στο δρόμο», όχι απλά ηττήθηκε, αλλά είδε την πλάτη και χιλιάδων φίλων του κόμματος που για δεκαετίες είναι συνεπείς στο δρόμο! Είναι σίγουρο ότι πρέπει να οργανωθούν μικροί και μεγάλοι αγώνες, μικρές και μεγάλες καταλήψεις, μικρές και μεγάλες απεργίες, μικρές και μεγάλες μάχες. Για να συσπειρώνουν και να εμπνέουν όμως θα πρέπει ισχυρές δυνάμεις εντός τους να τις συνδέουν με την συγκρότηση ενός ευρύτερου λαϊκού μετώπου που επιδιώκει να αναλάβει και την εξουσία προκειμένου να εφαρμόσει ένα πρόγραμμα ανάτασης και διεξόδου από την κρίση. Το αριστερό χτύπημα στην πλάτη στον απολυμένο, στον άνεργο και στον απελπισμένο ότι δεν πρέπει να περιμένει κάτι από κάποια άλλη κυβέρνηση, αλλά μόνο από τους κοινωνικούς αγώνες, τις απεργίες, τις πορείες, δεν θα δυναμώσει τους αγώνες. Την Χρυσή Αυγή θα δυναμώσει. Και ας μην βιαστούμε να τους κατηγορήσουμε για μικροαστική ανυπομονησία.

 Η θερινή ραστώνη κρύβει την αντιπολιτευτική και αριστερή αμηχανία. Προς το παρόν. Ο ΣΥΡΙΖΑ γράφει μέλη, το ΚΚΕ είναι σε εσωτερικές διεργασίες αλλά μέχρι νεωτέρας καλεί γενικώς σε αγώνες, η Ανταρσυα επιμένει να καταγγέλλει τον κυβερνητισμό και να καλεί σε ανυποχώρητους κοινωνικούς αγώνες.

 Είναι η ίδια αμηχανία που ένιωθαν τα επιτελεία των κομμάτων και των οργανώσεων, όταν η κρίση χρέους έπαιρνε διαστάσεις αν και η αριστερά πίστευε ότι ήταν κόλπο, όταν οι οικονομολόγοι προειδοποιούσαν για το αδιέξοδο της ευρωζώνης, όταν ο κόσμος άνοιγε τις μπάρες, όταν ο λαός βγήκε στις πλατείες, όταν ψήφισε ΣΥΡΙΖΑ επειδή είπε ότι θέλει να κυβερνήσει κι ας καταλάβαινε πολύ καλά ότι τα περισσότερα από αυτά που έλεγε, δεν θα μπορούσε να τα κάνει όσο δεν συγκρουόταν με την αστική τάξη της χώρας μας και το όριο της, την Ε.Ε.

 Είναι η ίδια αμηχανία τώρα που ολόκληρη η αριστερά αντιλαμβάνεται ότι αν πάρει πρωτοβουλίες, μπορεί να συσπειρώσει μεγάλο κομμάτι του λαού πάνω σε ένα πρόγραμμα ρήξεων και ανατροπών. Γιατί ο αντίπαλος δεν είναι τόσο δυνατός. Και γιατί ο λαός ίσως είναι πιο ανοικτός σε διαφορετικές προτάσεις.

Ο λαός οπωσδήποτε είναι πρωταγωνιστής. Και χωρίς τον λαό κανείς δεν μπορεί να κάνει πολλά πράγματα. Όμως όσο κορυφώνεται η μάχη μέσα στην κρίση ενάντια στο κεφάλαιο και υπερ των δυνάμεων της εργασίας, τόσο είναι περισσότερο αναγκαία μια αριστερή ηγεσία που δεν θα είναι αμήχανη. Απέναντι στον ιμπεριαλιασμό, απέναντι στην σχέση μακροπρόθεσμων και άμεσων στόχων, στην σχέση στρατηγικής και τακτικής, απέναντι στην συγκρότηση των αναγκαίων πολιτικών υποκειμένων και μετώπων, απέναντι στην εξουσία, στην κυβέρνηση, στην σχέση πολιτικού – κοινωνικού, στην συγκρότηση κοινωνικών συμμαχιών πάνω σε ένα πρόγραμμα ρήξεων και ανατροπών.

Όσους νεολογισμούς κι αν σκαρφιστούμε και όσο και να φλυαρούμε γενικόλογα για τα «νέα πράγματα», όσο και να σκιαμαχούμε ενάντια στον δογματισμό, η αριστερά θα κριθεί στο πεδίο του συγκεκριμένου. Με παλιά και νέα όπλα. Και μιας και όλοι αναζητούν το νέο (σοσιαλισμό, κίνημα, κόμμα κλπ), ίσως η αναζήτηση ενός «νέου λενινισμού» θα είναι ένα σημαντικό προχώρημα. Όχι σαν αντιγραφή του 1905 ή του 1917 ή των μπολσεβίκων, μιας και πολλά έχουν αλλάξει στις κοινωνίες, στον άνθρωπο, την πολιτική και κανείς δεν θέλει να επαναλάβει κάτι ως φάρσα. Αλλά σαν μέθοδο, γενικεύσεις και νέες αναλύσεις που έχουν ξεχαστεί ή και πολεμηθεί από την πλειοψηφία της αριστεράς γύρω από έννοιες και κατηγορίες (κόμμα, μέτωπα, κοινωνία-λαός, κράτος, μετάβαση, ιμπεριαλισμός, πολιτική, στρατηγική, τακτική) αλλά και σαν συγκεκριμενοποιήσεις στο πεδίο της πολιτικής παρέμβασης στο σήμερα. Μέθοδο και οπτική που η εγκατάλειψή της έχει δείξει τα όρια της αριστερής πολιτικής μέσα στην κρίση.

Πηγή: antapocrisis.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια :