Τρίτη, 3 Ιουνίου 2014

Για την άφθαστη ομορφιά των παράτολμων ελπιδοφόρων ονείρων

Tου Βασίλη Λάζαρη, συγγραφέα, ιστορικού (*)

Οι ανατροπές των σοσιαλιστικών καθεστώτων, που σημειώθηκαν στα τέλη του περασμένου αιώνα, οδήγησαν εκτός πολλών άλλων σε συγχύσεις σχετικά με το περιεχόμενο των γνώσεων του παρελθόντος και συνακόλουθα με την ορθή αντιμετώπιση των κοινωνικών και πολιτικών πραγματικοτήτων του. 


Αυτές ωστόσο οι συγχύσεις δημιούργησαν στους καλοπροαίρετους τουλάχιστον ερευνητές την βασική ανάγκη του σαφούς προσδιορισμού του τρόπου με τον οποίο πρέπει να προσεγγίζεται από μέρος τους η ιστορική αλήθεια, προκειμένου η συγκεκριμένη ερευνητική τους προσπάθεια να εξασφαλίζει την τελική καταξίωσή τους.

Ορισμένοι καλλιεργούν σήμερα την άποψη, ότι η σωστή αποτίμηση των ιστορικών περιστατικών χρειάζεται να στηρίζεται στην απόλυτη ουδετερότητα του ίδιου του ερευνητή σ’ αυτά τα περιστατικά και στην αποδυνάμωση από μέρους του του ιδεολογικού λόγου. Ο ιδεολογικός λόγος, όπως υποστηρίζουν, μετατρέπει την αμερόληπτη αντιμετώπιση των ιστορικών συμβάντων σε μεροληπτική παραδοχή ή απόρριψη της αναγκαιότητάς τους και δυσκολεύει άμεσα τον ερευνητή στην προσπάθειά του να τους τοποθετήσει μέσα στον ορισμένο κάθε φορά ιστορικό τόπο.

Η αποδυνάμωση όμως του ιδεολογικού λόγου αφαιρεί την δυνατότητα των ολοκληρωμένων ερμηνειών και συμπερασμάτων, ενώ η «ουδετεροποίηση» στην οποία τελικά καταλήγει αυτή η αποδυνάμωση, οδηγεί ουσιαστικά στην αποσύνδεση του συγκεκριμένου ιστορικού παρελθόντος από τις σημερινές πραγματικότητες, που τις συγκροτούν ωστόσο συγγενείς ως προς το περιεχόμενό τους καταστάσεις και ανησυχίες. Οδηγεί επίσης η «ουδετεροποίηση», η οποία μάλιστα εμφανίζεται ως απότοκος «ανεξάρτητης σκέψης», στην αδυναμία σύλληψης της συνέχειας των ιστορικών πραγμάτων και στη μεταβολή των σχετικών μελετών σε ανούσιες και άχρηστες αναζητήσεις.

Ο ερευνητής δηλαδή είναι ανάγκη να διαθέτει ‘ένα ιδεολογικό όπλο, να ανήκει σε μια συγκεκριμένη σχολή, για να ερμηνεύσει τα κάθε λογής περιστατικά –δεδομένου ότι χωρίς την ερμηνεία τους η ίδια η ιστορική του έρευνα δεν καταξιώνεται ως επιστημονική εργασία. Είναι με άλλα λόγια υποχρεωμένος ο ερευνητής να προσεγγίζει την αντικειμενική ιστορική πραγματικότητα, αν επιθυμεί η ερευνητική του προσπάθεια να κατακτήσει την τελική της δικαίωση. Η δε προσέγγιση της αντικειμενικής αλήθειας από μέρους του είναι δυνατή, μόνο εφόσον ο εν λόγω ερευνητής οδηγήσει την προσωπική του άποψη προς την γενική εκείνη κατεύθυνση, που προσδιορίζει την εσωτερική οργάνωση του έργου του, μόνο εφόσον ο ίδιος αποδεχτεί τη θέση, ότι, όπως κάθε επιστήμη, έτσι και η Ιστορία, για να μεταμορφωθεί σε πραγματική επιστήμη, πρέπει να αποκτήσει πλήρη συνείδηση του σκοπού της ύπαρξής της. Και σκοπός της ύπαρξης της ιστορικής επιστήμης θεωρείται, όπως είναι γνωστό, η εξασφάλιση με τη μελέτη και την ερμηνεία του ιστορικού παρελθόντος των δυνατοτήτων εκείνων, που θα επιτρέψουν στους πραγματικούς δημιουργούς του ανθρώπινου πολιτισμού, στις μάζες δηλαδή των εργαζομένων, να χαράξουν οι ίδιοι τις σωστές πορείες τους προς το μέλλον.

Η μελέτη των κειμένων του Νίκου Ζαχαριάδη, που παρουσιάζονται σήμερα, αποτελεί βασική προϋπόθεση για αναζητήσεις, οι οποίες οπωσδήποτε θα καταλήξουν με τη νηφάλια ανάγνωση των εν λόγω κειμένων στην κατάκτηση των στοιχείων εκείνων, που συμβάλλουν γενικότερα στην αποκάλυψη της συγκλονιστικής πορείας του ελληνικού Κομμουνιστικού κόμματος στη μεγάλη δεκαετία του 1940. Και τούτο θα συμβεί, επειδή ο Ζαχαριάδης απετέλεσε από το 1945 μέχρι το 1950 τουλάχιστον την κυρίαρχη μορφή αυτής της πορείας, που πραγματοποιήθηκε σε μια εποχή επική και τραγική συνάμα, την οποία η αδέκαστη Ιστορία την έχει καταγεγραμμένη με ατσάλινο γραφίδι.

Στις 20 του Σεπτέμβρη του 1945 ο Ζαχαριάδης είχε επισκεφθεί την Πάτρα, όταν η μεταδεκεμβριανή φασιστική τρομοκρατία του αστικού κράτους προετοίμαζε ήδη το έδαφος για τον εμφύλιο πόλεμο. Η αστυνομία είχε προσποιηθεί τότε, ότι θορυβήθηκε από την άφιξή του και ζήτησε από την πατραϊκή κομμουνιστική οργάνωση με περισσό θράσος να της γνωρίσει τις κινήσεις του, προκειμένου δήθεν να τον προστατεύσει- η τοπική όμως κομματική επιτροπή, όπως ήταν πολύ φυσικό, αρνήθηκε να δώσει στην Ασφάλεια οποιαδήποτε σχετική πληροφορία.

Ο Ζαχαριάδης δέχτηκε στα γραφεία του ΕΑΜ λαϊκές επιτροπές και οπαδούς των εαμικών κομμάτων, οι οποίοι του πρόσφεραν άνθη και δώρα. Απάντησε, εξάλλου, γραπτά σε διάφορες ερωτήσεις των δημοσιογράφων, αναφέροντας ανάμεσα στα άλλα, ότι το Κομμουνιστικό κόμμα θεωρούσε ιερή και απαραβίαστη την ελληνική ακεραιότητα και ότι η Ελλάδα μπορούσε να αναδειχτεί σε αξιόλογη οικονομική δύναμη μέσα στον ευρωπαϊκό χώρο, αν ανέπτυσσε όλους τους πλουτοπαραγωγικούς πόρους της, και κινητοποιούσε όλο τον οικονομικό και τεχνικό της εξοπλισμό.

Ο Ζαχαριάδης είχε έλθει στην Πάτρα την εποχή, που το Κομμουνιστικό κόμμα προσπαθούσε να χαράξει πολιτική γραμμή, η οποία θα απέβλεπε στην αποτροπή του εμφυλίου πολέμου και στην εξασφάλιση της ομαλής δημοκρατικής εξέλιξης στη χώρα. Το Κομμουνιστικό κόμμα είχε ιδιαίτερα διακηρύξει με την 11η Ολομέλεια της Κεντρικής Επιτροπής του τον Απρίλιο του 1945 και με την 12η Ολομέλεια τον Ιούνη του ίδιου χρόνου, καθώς και με το 7ο Συνέδριό του ύστερα από τρεις μήνες, την εμμονή του στη λαϊκή ενότητα και είχε προσδιορίσει ως βασικό στόχο της δράσης του το ξερίζωμα του φασισμού, την εξασφάλιση της δημοκρατικής αναγέννησης και την τελική εγκαθίδρυση της λαϊκής δημοκρατίας στην Ελλάδα.

Ο φασισμός και μετά την συντριπτική του ήττα στα πεδία των μαχών τον Μάη του 1945 εξακολουθούσε να υπάρχει ως απειλή –και ειδικά στην Ελλάδα χρειάζονταν άμεσες στρατεύσεις για την αντιμετώπισή του. Για τον Ζαχαριάδη οι στρατεύσεις αυτές θα έπρεπε να οδηγήσουν στη συγκρότηση ενός πανελλαδικού πανδημοκρατικού μετώπου, την οποία ωστόσο η τότε κυβέρνηση του Κέντρου απέκρουε κατηγορηματικά. Ο τότε ηγέτης του Κομμουνιστικού κόμματος σε άρθρο του στον «Ριζοσπάστη» τον Γενάρη του 1946, που περιέχεται στα παρουσιαζόμενα βιβλία, αναφέρονταν στην πέρα από κάθε αμφισβήτηση αναγκαιότητα της συγκρότησης αυτού του μετώπου και τοποθετούσε τα κόμματα του Κέντρου μπροστά στις ευθύνες τους να μετάσχουν στην εν λόγω συγκρότηση.

Στόχος της δράσης των Ελλήνων κομμουνιστών αποτελούσε το 1945 για τον Ζαχαριάδη, το ξερίζωμα του φασισμού στην Ελλάδα και η τελική εγκαθίδρυση στη χώρα της λαϊκής δημοκρατίας, η οποία όπως είχε υποστηρίξει ο Ζαχαριάδης σε άρθρο του στη «Λαϊκή Φωνή» της Θεσσαλονίκης τον Σεπτέμβρη εκείνου του χρόνου, δεν είχε καμία σχέση με την δογματική και σε πολλές περιπτώσεις χωρίς πραγματικό περιεχόμενο θεωρητικολογία της σοσιαλδημοκρατικής λαϊκής δημοκρατίας του Τσιριμώκου. Αντίθετα, εκφραζόταν μέσα από τη μελετημένη, ψύχραιμη και ζωντανή πολιτική πράξη, και γι’ αυτήν η θεωρία δεν αποτελούσε κάποιο ομιχλώδες θέσφατο, αλλά μια συγκεκριμένη καθοδήγηση για συγκεκριμένη δράση.

Η λαϊκή δημοκρατία, κατά τον Ζαχαριάδη πάντα, αποτελούσε ένα στάδιο και μια προϋπόθεση για την τελική πορεία προς τον σοσιαλισμό και εκφραζόταν με την απαραίτητη μαχητική συμμαχία της εργατικής τάξης, των αγροτών και των μεσαίων στρωμάτων στις πόλεις. Η λαϊκή δημοκρατία, όπως είχε υποστηρίξει ο Ζαχαριάδης στην εισήγησή του στην 12η Ολομέλεια της Κεντρικής Επιτροπής του Κομμουνιστικού κόμματος, είχε γεννηθεί ως πρόταση για εφαρμογή μέσα από την ένωση όλων των λαϊκών και εθνικών στοιχείων στην πάλη τους κατά του φασισμού στη διάρκεια του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου και όσο αφορούσε την Ελλάδα, ξεκινούσε η πραγμάτωσή της από το αναμφισβήτητο γεγονός, ότι η χώρα μας κατείχε όλες τις εσωτερικές δυνατότητες για μια οργανική, πηγαία, οικονομική και ολόπλευρη ανάπτυξη, σπάζοντας με τις ίδιες τις δυνάμεις της τα δεσμά, εσωτερικά και ξένα, που την καθήλωναν στο μαρασμό, στην εξαθλίωση και στην οπισθοδρόμηση.

Ο Ζαχαριάδης αμέσως μετά την επιστροφή του από το χιτλερικό στρατόπεδο του Νταχάου και όσο βρισκόταν στην Ελλάδα, υπήρξε πολύ δημιουργικός ως προς την πολιτική το δράση και την συγγραφική του εργασία. Όπως σημειώνει ο παρακαθήμενος μου επιμελητής των κειμένων του και φίλος μου Γιώργος Πετρόπουλος, ο Ζαχαριάδης «έγραφε τα κύρια άρθρα του “Ριζοσπάστη”, έδινε συνεντεύξεις, έκανε πολιτικές περιοδείες, προέβαινε σε δηλώσεις, ήταν ο κύριος ομιλητής σε πολυπληθείς συγκεντρώσεις, εισηγείτο θέσεις σε κομματικά σώματα, συνέτασσε μπροσούρες. Ο λόγος του ήταν πάντοτε σαφής και επίκαιρος, προσηλωμένος στον στόχο του, άμεσο ή μακροπρόθεσμο, που ήθελε να υπηρετήσει».

Γύρω από τη δράση και τις πολιτικές θέσεις του Ζαχαριάδη έχουν αναφερθεί πολλά, όχι όλα με καλή προαίρεση. Όπως όμως κι αν έχει το ζήτημα τούτο, στη μνήμη πολλών βετεράνων των ελληνικών λαϊκών αγώνων διατηρείται πάντα το τραγούδι, που του είχαν άλλοτε αφιερώσει οι σύντροφοί του και το τραγουδούσε ο λαό –το επαναστατικό τραγούδι, που αναφερόταν στον οδηγητή που μύρια μπράτσα τον φρουρούσαν στη φυλακή και λογισμοί κοντά του πετούσαν, στον αγέρωχο αρχηγό, που αντικρυστά στο φασισμό ύψωνε τις λυτρωτικές προτάσεις του Λένιν.

Στα βιβλία, που παρουσιάζονται σήμερα και στα οποία θα αναφερθεί πολύ κατατοπιστικά ο επόμενος ομιλητής, ζωντανεύει μέσα από ντοκουμέντα, τα πιο πολλά δυσεύρετα και άγνωστα στο ευρύ αναγνωστικό κοινό, μια ξεχωριστή ιστορική περίοδος της χώρας μας. Πρόκειται για τα χρόνια, που ξετύλιξε τη λαμπρότητα αλλά και τους ζόφους της στο κορμί της πατρίδας μας μια αισιόδοξη τραγωδία, για μια αλησμόνητη εποχή πολλών γλυκών προσδοκιών και πολλών πικρών απογοητεύσεων, που τις εξουδετέρωνε ωστόσο τελικά η άφθαστη ομορφιά κάποιων παράτολμων ελπιδοφόρων ονείρων.

(*) Το παραπάνω κείμενο είναι η εισήγηση του Β. Λάζαρη στην παρουσίαση του δίτομου έργου με άπαντα τα δημοσιευμένα κείμενα του Νίκου Ζαχαριάδη που πραγματοποιήθηκε στην Πάτρα στις 30/5/2014. Στην εκδήλωση, που το κοινό της Πάτρας τίμησε με τη μεγάλη συμμετοχή του, μίλησαν επίσης οι επιμελητές της έκδοσης Νίκος Χατζηδημητράκος καιΓιώργος Πετρόπουλος (που εκτελούσε και χρέη συντονιστή) και ο γιος του Νίκου Σήφης Ζαχαριάδης.


Δεν υπάρχουν σχόλια :