Παρασκευή, 14 Δεκεμβρίου 2012

Το Κυπριακό μνημόνιο ως υπόδειγμα. Για ποιόν όμως;

Του Θωμά Ζαχαράτου.
Πρόσφατα δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Αυγή», άρθρο του Σπύρου Λαπατσιώρα με τίτλο « Η Κύπρος διαπραγματεύεται σθεναρά την ένταξη της στο Μνημόνιο». Στο άρθρο αναφέρεται ότι « η κυπριακή κυβέρνηση διεξήγαγε και διεξάγει ακόμη μια διαπραγμάτευση, τα αποτελέσματα της οποίας μέχρι αυτό το σημείο που βρισκόμαστε είναι σημαντικά».

Η προσέγγιση του αρθρογράφου στο γεγονός της επιβολής μνημονίου σε μια ακόμα χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι τεχνοκρατική και ουδέτερη. Έτσι, σύμφωνα με το άρθρο, οι λόγοι που οδήγησαν την Κύπρο στην αγκαλιά της τρόικας είναι η έκθεση των κυπριακών τραπεζών σε δάνεια και ομόλογα στην Ελλάδα, όπως και η αμφιλεγόμενη πολιτική της Κεντρικής Τράπεζας.
Απουσιάζει η καπιταλιστική κρίση που σαρώνει – στην κυριολεξία – μέσα σε μια νύχτα τις οικονομίες των χωρών, αλλά και ολόκληρων περιοχών του πλανήτη, όπως επίσης και το κυρίαρχο δόγμα της νέας Γερμανικής Ευρώπης, που θέλει όλο τον Ευρωπαϊκό Νότο στο στενό κορσέ των μνημονίων.



Αναφέρεται ακόμη στο άρθρο η προσπάθεια της κυπριακής κυβέρνησης για ανεύρεση χρηματοδότησης εκτός Ε.Ε. – ούτως ώστε να μην υποχρεωθεί σε εφαρμογή μνημονίου – που απέτυχε λόγω απροθυμίας Κίνας και Ρωσίας.

Πέρα από την αναμφισβήτητη πραγματικότητα ότι στο σύγχρονο παγκοσμιοποιημένο κόσμο ο κάθε δυνατός παίκτης-και αυτοί έχουν πλέον πολλαπλασιαστεί – παίζει για τον εαυτό του, δημιουργώντας μια πλανητική αταξία αντίστοιχη με τις αρχές του 20ου αιώνα, αξίζει να μας προβληματίσει αυτή η αποτυχία. Αν η κυπριακή αστική τάξη, που έχει μια μακρά και επιτυχημένη θητεία στις επωφελείς συναλλαγές με μεγάλες δυνάμεις, αποτυγχάνει να βρεί δανειστές από τρίτες χώρες, λόγω του πλαισίου που έχει διαμορφωθεί στην Ε.Ε. σήμερα, πόσο περισσότερο αυτό καθίσταται αδύνατο για αστικές τάξεις – π.χ. τη «δική μας» που πάντα οι επιλογές τους καθορίζονται από τον ξένο επικυρίαρχο. Ένα ακόμη θέμα που δεν τίθεται είναι το ποιες θα είναι οι εξελίξεις που θα δρομολογηθούν από την τρόικα για το κυπριακό ζήτημα και το ξαναζωντάνεμα του σχεδίου Ανάν.

Ας ξαναγυρίσουμε όμως στην κεντρική ιδέα του άρθρου. 

Στην επιτυχημένη διαπραγμάτευση που «έχει τη μορφή ενός αγώνα άμυνας απέναντι σε υπέρτερες δυνάμεις και εμπεριέχει ως στοιχείο της την οργάνωση των συνθηκών άμυνας εν αναμονή μιας καλύτερης οικονομικής ή πολιτικής συγκυρίας».
Να λοιπόν που η κυπριακή κυβέρνηση πέτυχε ένα άλλο μείγμα μνημονίου. Ένα καλό μνημόνιο, αφού και η ανακεφαλαίωση του τραπεζικού συστήματος χρηματοδοτείται και το κοινωνικό κράτος διασώζεται. Τώρα για το καλό μνημόνιο, δηλαδή για τη διάσωση του κοινωνικού κράτους, του 13ου μισθού, της Α.Τ.Α. που όμως αναστέλλεται κ.τ.λ. δεν χρειάζεται να ειπωθούν πολλά, τουλάχιστον σ’ αυτήν εδώ τη χώρα, που κάθε λίγους μήνες τα μνημόνια εμπλουτίζονται με νέα, καταστροφικά για την κοινωνία μέτρα.

Υπάρχει όμως κάποια άλλη στόχευση του άρθρου πέρα από την ενημέρωση για τα τεκταινόμενα στην Κύπρο. Αν αυτά γράφονταν ως μια μορφή – κακώς εννοούμενης – κομματικής αλληλεγγύης προς το κυβερνητικό ΑΚΕΛ δεν θα είχαν ιδιαίτερη σημασία. Όταν όμως η στάση της κυπριακής κυβέρνησης να αποδεχθεί το μνημόνιο που της επιβάλλει η Ε.Ε. αναδεικνύεται σε «υπόδειγμα» για το τι μπορεί να πετύχει μια αριστερή κυβέρνηση, ώσπου να έρθουν καλύτερες μέρες, τότε τα πράγματα γίνονται από σοβαρά ως ανησυχητικά. Διότι σε ποιόν προτείνεται ως υπόδειγμα η στάση της κυπριακής κυβέρνησης;

Εάν αύριο γίνονταν εκλογές – βάσει των δημοσκοπικών ευρημάτων- ο ΣΥΡΙΖΑ θα ερχόταν πρώτο κόμμα και θα εκαλείτο να σχηματίσει κυβέρνηση και να εφαρμόσει το πρόγραμμά του. Η λογική λοιπόν που εισηγείται το άρθρο απευθύνεται στη μελλοντική κυβέρνηση της αριστεράς που οφείλει να διδαχθεί από τη νυν αριστερή κυπριακή κυβέρνηση.

Τι να διδαχθεί; Το πώς η κυβερνώσα αριστερά διαπραγματεύεται επιτυχημένα ένα άλλο μνημόνιο «σε ένα αγώνα άμυνας απέναντι σε υπέρτερες δυνάμεις…εν αναμονή μιας καλύτερης οικονομικής και πολιτικής συγκυρίας». Δηλαδή από τη διαγραφή του χρέους στην ακύρωση του μνημονίου με επαναδιαπραγμάτευση της δανειακής σύμβασης και πλέον, με οδηγό την κυπριακή κυβέρνηση, στην επαναδιαπραγμάτευση του μνημονίου για ένα άλλο μνημόνιο που «θα διασώζει μορφές του κοινωνικού κράτους»…
Περιέχει ισχυρή δόση κακεντρέχειας το να τεκμαίρει κάποιος τη στάση του ΣΥΡΙΖΑ ως μελλοντικής αριστερής κυβέρνησης από ένα άρθρο, που τέλος τέλος μπορεί να εκφράζει μόνο τη προσωπική γνώμη του συντάκτη του. Δυστυχώς, το τελευταίο διάστημα, καθώς όλο και πιο καθαρά φαίνεται η κυβερνητική προοπτική, πληθαίνουν οι δηλώσεις ηγετικών στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και οι πράξεις του προέδρου του με τέτοιο συμβολισμό που δεν επιτρέπουν τον εφησυχασμό για κάποια τυχαία περιστατικά. Πολύ δε περισσότερο αν δεν θεωρείται ότι η αριστερά στην κυβέρνηση είναι νομοτελειακά μια ενσωματωμένη στο σύστημα αριστερά. Αλλά, ότι μπορεί να προτείνει έναν άλλο δρόμο, ένα νέο όραμα και μαζί με έναν εμψυχωμένο λαό ν’ ανατρέψει μνημόνια, δανειακές συμβάσεις και εξαρτήσεις. Μια τέτοια κυβέρνηση θα είναι πραγματικά κυβέρνηση εθνικής και κοινωνικής σωτηρίας.

Ο ΣΥΡΙΖΑ για μεγάλο διάστημα λειτούργησε σαν εκκρεμές. Απ’ τη μια μεριά κινιόταν προς τη στήριξη κινηματικών διαδικασιών και διαθέσεων, μια απαραίτητη αντίληψη για τη δημιουργία ενός πλειοψηφικού κοινωνικού μετώπου που αποτελεσματικά θ’ αντιταχθεί σε τρόικες, μνημόνια, νεοφιλελευθερισμό. Από την άλλη κινιόταν, βάσει της δογματικής προσκόλλησης στον Ευρωπαϊσμό. Η Ε.Ε. είναι μονόδρομος για την Ελλάδα, η συμμετοχή της χώρας στην Ευρωζώνη είναι για το συμφέρον της. Μια αντίληψη που αναγκαστικά σπρώχνει σε μια σοσιαλδημοκρατική λογική διαχείρισης των πραγμάτων, που πέρα από πολιτικό λάθος είναι και πρακτικά ατελέσφορη, ειδικά σήμερα. Είναι η σύγχρονη εκδοχή του «ανήκομεν εις τη δύσιν», αλλά πλέον με όρους γενοκτονίας για το λαό, αποικιοποίησης και διάλυσης για τη χώρα, που υπαγορεύονται από το Ευρωπαϊκό κεφάλαιο και τον αναγεννημένο Γερμανικό εθνικισμό.

Η ταλάντωση ανάμεσα στα δύο άκρα δημιούργησε μια ασταθή ισορροπία. Το τελευταίο διάστημα το εκκρεμές κινείται εύκολα προς τα δεξιά, ενώ φαίνεται να δυσκολεύεται όλο και περισσότερο στο άλλο μισό της κίνησης. Μάλλον λογική συνέπεια των πιέσεων που συνεχώς εντείνονται και της άρνησης να αμφισβητηθεί έστω και με ένα «αν» το σύμβολο της καταστροφής των ευρωπαϊκών λαών: το ευρώ.

Η επανοικειοποίηση του νοήματος της αλληλεγγύης και της δημοκρατίας δε μπορεί να περάσει μέσα από την υποταγή στα σύμβολα και τις διαταγές του 4ου Ράιχ. Από κει περνά μόνο ο εξανδραποδισμός της κοινωνίας, ο κανιβαλισμός και ο φασισμός.


Πηγή:antapo/crisis

Δεν υπάρχουν σχόλια :